ηλιόχρυσος

ηλιόχρυσος
η , ο[ν] золотистый, солнечный

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Смотреть что такое "ηλιόχρυσος" в других словарях:

  • ηλιόχρυσος — και λιόχρυσος, η, ο αυτός που χρυσίζει σαν τον ήλιο. [ΕΤΥΜΟΛ. < ηλιο * + χρυσός. Η λ. μαρτυρείται από το 1852 στον Αλέξ. Σούτσο] …   Dictionary of Greek

  • ηλιο- — (AM ἡλιο ) α συνθετικό πολλών λέξεων τής Ελληνικής το οποίο δηλώνει ότι το β συνθετικό: α) προκαλείται ή προέρχεται από τον ήλιο (πρβλ. ηλιόκα(υ)μα, ηλιοφάνεια) θ) ανήκει ή αναφέρεται στον ήλιο (πρβλ. ηλιοβασίλεμα) γ) μοιάζει, λάμπει ή καίει σαν… …   Dictionary of Greek

  • λιόχρυσος — η, ο βλ. ηλιόχρυσος …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»